close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

broad

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

BERJAYA Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός broad
συγκριτικός broader
υπερθετικός broadest

broad (en)

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
broad broads

broad (en)