code
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| code | codes |
code (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συχνά ως συνθετικό) ο κώδικας, ο κωδικός, σύστημα λέξεων, γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων που αναπαριστά ένα μήνυμα ή καταγράφει πληροφορίες κρυφά ή σε συντομευμένη μορφή
They cracked the code.
- Έσπασαν τον κώδικα.
It is written in code.
- Είναι γραμμένο σε κώδικα.
The code was difficult to crack.
- Ο κώδικας ήταν δύσκολο να σπάσει.
In the event of the machine not operating correctly, an error code will appear.
- Σε περίπτωση που το μηχάνημα δεν λειτουργεί σωστά, θα εμφανιστεί ένας κωδικός σφάλματος.
Type your code into the machine.
- Πληκτρολόγησε τον κωδικό σου στο μηχάνημα.
- (μη μετρήσιμο, πληροφορική) ο κώδικας, σύνολο εντολών προγραμματισμού για υπολογιστές
He wrote the computer code for the project.
- Έγραψε τον κώδικα του προγράμματος για το έργο.
It protects against malicious code that will infect your computer.
- Προστατεύει από κακόβουλο κώδικα που μπορεί να μολύνει τον υπολογιστή σας.
For best readability, programmers often like to avoid lines of code longer than 80 characters.
- Για καλύτερη αναγνωσιμότητα, οι προγραμματιστές συχνά προτιμούν να αποφεύγουν γραμμές κώδικα μεγαλύτερες από 80 χαρακτήρες.
- ο κώδικας, σύνολο ηθικών αρχών ή κανόνων συμπεριφοράς γενικά αποδεκτών από την κοινωνία ή από μια κοινωνική ομάδα
The school enforces a strict code of conduct.
- Το σχολείο εφαρμόζει έναν αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς.
She lives by her own moral code.
- Ζει σύμφωνα με τον δικό της ηθικό κώδικα.
- ο κώδικας, σύστημα νόμων, αρχών ή κανόνων οργανωμένων και κωδικοποιημένων σε ενιαίο σύνολο
a code of ethics/conduct - κώδικας δεοντολογίας/συμπεριφοράς
The Supreme Council adopted a new criminal code.
- Το Ανώτατο Συμβούλιο υιοθέτησε νέο ποινικό κώδικα.
- ο κανονισμός, κανόνας ή σύνολο τεχνικών, διοικητικών ή λειτουργικών διατάξεων που ρυθμίζουν τη λειτουργία, την ασφάλεια ή τη συμμόρφωση
fire/safety codes - κανονισμοί πυρασφάλειας/ασφαλείας
The theater did not comply with modern building codes and was not accessible to wheelchair users.
- Το θέατρο δεν συμμορφωνόταν με τους σύγχρονους οικοδομικούς κανονισμούς και δεν ήταν προσβάσιμο σε χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Υπώνυμα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | code |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | codes |
| αόριστος | coded |
| παθητική μετοχή | coded |
| ενεργητική μετοχή | coding |
code (en)
- (πληροφορική) γράφω κώδικα, προγραμματίζω
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| code | codes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]code (fr) αρσενικό
