close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

code

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
code codes

code (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συχνά ως συνθετικό) ο κώδικας, ο κωδικός, σύστημα λέξεων, γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων που αναπαριστά ένα μήνυμα ή καταγράφει πληροφορίες κρυφά ή σε συντομευμένη μορφή
    παράδειγμα  They cracked the code.
    Έσπασαν τον κώδικα.
    παράδειγμα  It is written in code.
    Είναι γραμμένο σε κώδικα.
    παράδειγμα  The code was difficult to crack.
    Ο κώδικας ήταν δύσκολο να σπάσει.
    παράδειγμα  In the event of the machine not operating correctly, an error code will appear.
    Σε περίπτωση που το μηχάνημα δεν λειτουργεί σωστά, θα εμφανιστεί ένας κωδικός σφάλματος.
    παράδειγμα  Type your code into the machine.
    Πληκτρολόγησε τον κωδικό σου στο μηχάνημα.
  2. (μη μετρήσιμο, πληροφορική) ο κώδικας, σύνολο εντολών προγραμματισμού για υπολογιστές
    παράδειγμα  He wrote the computer code for the project.
    Έγραψε τον κώδικα του προγράμματος για το έργο.
    παράδειγμα  It protects against malicious code that will infect your computer.
    Προστατεύει από κακόβουλο κώδικα που μπορεί να μολύνει τον υπολογιστή σας.
    παράδειγμα  For best readability, programmers often like to avoid lines of code longer than 80 characters.
    Για καλύτερη αναγνωσιμότητα, οι προγραμματιστές συχνά προτιμούν να αποφεύγουν γραμμές κώδικα μεγαλύτερες από 80 χαρακτήρες.
  3. ο κώδικας, σύνολο ηθικών αρχών ή κανόνων συμπεριφοράς γενικά αποδεκτών από την κοινωνία ή από μια κοινωνική ομάδα
    παράδειγμα  The school enforces a strict code of conduct.
    Το σχολείο εφαρμόζει έναν αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς.
    παράδειγμα  She lives by her own moral code.
    Ζει σύμφωνα με τον δικό της ηθικό κώδικα.
  4. ο κώδικας, σύστημα νόμων, αρχών ή κανόνων οργανωμένων και κωδικοποιημένων σε ενιαίο σύνολο
    παράδειγμα  a code of ethics/conduct - κώδικας δεοντολογίας/συμπεριφοράς
    παράδειγμα  The Supreme Council adopted a new criminal code.
    Το Ανώτατο Συμβούλιο υιοθέτησε νέο ποινικό κώδικα.
  5. ο κανονισμός, κανόνας ή σύνολο τεχνικών, διοικητικών ή λειτουργικών διατάξεων που ρυθμίζουν τη λειτουργία, την ασφάλεια ή τη συμμόρφωση
    παράδειγμα  fire/safety codes - κανονισμοί πυρασφάλειας/ασφαλείας
    παράδειγμα  The theater did not comply with modern building codes and was not accessible to wheelchair users.
    Το θέατρο δεν συμμορφωνόταν με τους σύγχρονους οικοδομικούς κανονισμούς και δεν ήταν προσβάσιμο σε χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
ενεστώτας code
γ΄ ενικό ενεστώτα codes
αόριστος coded
παθητική μετοχή coded
ενεργητική μετοχή coding

code (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
code codes

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
code < λατινική codex

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

code (fr) αρσενικό

  1. ο κώδικας
  2. o κωδικός

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]