close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

ode

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ode < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὧδε

BERJAYA Επίρρημα

[επεξεργασία]

ode (òde)

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ode (fr) θηλυκό