close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

execrar

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
execrar < λατινική exsecrari

BERJAYA Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ek.seˈkɾaɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: execrar

execrar (es)

  1. (μεταβατικό) αφορίζω
      1970Execrar τύπος: Donoso, José [Ντονόσο, Χοσέ], El obsceno pájaro de la noche [Το αισχρό πουλί της νύχτας]. Σελ. 284.
      —¿No le contaron que lo primero que hicieron fue execrar la capilla y hace meses que está con las puertas condenadas y le sacaron los vitrales y todo?
    —Δε σας είπαν ότι το πρώτο που έκαναν ήταν να αφορίσουν το παρεκκλήσι; Εδώ και μήνες είναι με τις πόρτες σφραγισμένες, και έχουν βγάλει τα βιτρό και όλα;
     συνώνυμα: abominar, condenar, detestar, maldecir
     αντώνυμα: bendecir
  2. (μεταβατικό) κατακρίνω
     συνώνυμα: censurar, recriminar, vituperar
  3. (μεταβατικό) απεχθάνομαι
    παράδειγμα  Quita eso de ahí inmediatamente. Mi mamá execra esas pinturas. – Βγάλε το από εκεί αμέσως. Η μαμά μου απεχθάνεται αυτούς τους πίνακες.
     συνώνυμα: abominar, aborrecer, detestar

Συγγενικά

[επεξεργασία]