concern
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| concern | concerns |
concern (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανησυχία, έλλειψη της ησυχίας
His speech caused a lot of concern in some capitals.
- Ο λόγος του προκάλεσε μεγάλη ανησυχία σε μερικές πρωτεύουσες.
The whole issue has raised concern within the food industry.
- Όλο το ζήτημα έχει προκαλέσει ανησυχία στη βιομηχανία τροφίμων.
Villagers expressed concern about the level of traffic.
- Οι κάτοικοι του χωριού εξέφρασαν ανησυχία για τον όγκο της κυκλοφορίας.
There is growing concern about the increase in deforestation.
- Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για την αύξηση της αποψίλωσης των δασών.
The cost of the project is a major concern.
- Το κόστος του έργου αποτελεί μεγάλη ανησυχία.
The president’s health was giving serious cause for concern.
- Η υγεία του προέδρου προκαλούσε σοβαρή ανησυχία.
Many concerns weighed him down.
- Τον λύγισαν οι φροντίδες.
He had to resign from his job because of health concerns.
- Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη δουλειά του για λόγους υγείας.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη worry
- (μη μετρήσιμο) η έγνοια, η φροντίδα, το ενδιαφέρον, επιθυμία για την προστασία και τη βοήθεια κάποιου ή κάποιου πράγματος
She forgot her own worries in her concern for him.
- Ξέχασε τις δικές της ανησυχίες από την έγνοια της γι’ αυτόν.
She showed great concern for the children.
- Έδειξε μεγάλη φροντίδα για τα παιδιά.
I appreciate everyone’s concern and help at this difficult time.
- Εκτιμώ το ενδιαφέρον και τη βοήθεια όλων αυτή τη δύσκολη περίοδο.
- η έγνοια, το μέλημα, κάποιον ή κάτι που είναι σημαντικό για μένα
You are my only concern.
- Εσύ είσαι η μόνη μου έγνοια.
The government's primary concern is to reduce crime.
- Το πρώτιστο μέλημα της κυβέρνησης είναι η μείωση της εγκληματικότητας.
All our main concern should be the preservation of our health.
- Κύριο μέλημα όλων μας πρέπει να είναι η διαφύλαξη της υγείας μας.
- (συνήθως ενικός, επίσημο) η υπόθεση, κάτι που αποτελεί ευθύνη μου ή κάτι για το οποίο έχω δικαίωμα να γνωρίζω
This matter is their concern.
- Αυτό το ζήτημα είναι δική τους υπόθεση.
How much money I make is none of your concern.
- Το πόσα χρήματα βγάζω δεν είναι δική σου υπόθεση.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | concern |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | concerns |
| αόριστος | concerned |
| παθητική μετοχή | concerned |
| ενεργητική μετοχή | concerning |
concern (en)
- με ενδιαφέρει, επηρεάζω κάποιον ή κάτι· εμπλέκω κάποιον ή κάτι
- πρόκειται για κάτι, αφορά
It concerns our future.
- Πρόκειται για το μέλλον μας.
It doesn’t concern a serious issue.
- Δεν πρόκειται για σοβαρή υπόθεση.
It concerned a minor incident.
- Επρόκειτο για ασήμαντο περιστατικό.
This doesn’t concern you.
- Αυτό δε σας αφορά.
All questions concerning national defense…
- Όλα τα θέματα που αφορούν την εθνική άμυνα…
Climate change affects us all.
- Η κλιματική αλλαγή μάς αφορά όλους.
- ≈ συνώνυμα: be about
- ανησυχώ κάποιον
- με νοιάζει, με ενδιαφέρει, κάτι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- concern (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- concern (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 67, 67-68, 259, 948. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανησυχία, ανησυχώ, έγνοια, φροντίδα
