close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

concern

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
concern concerns

concern (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανησυχία, έλλειψη της ησυχίας
    παράδειγμα  His speech caused a lot of concern in some capitals.
    Ο λόγος του προκάλεσε μεγάλη ανησυχία σε μερικές πρωτεύουσες.
    παράδειγμα  The whole issue has raised concern within the food industry.
    Όλο το ζήτημα έχει προκαλέσει ανησυχία στη βιομηχανία τροφίμων.
    παράδειγμα  Villagers expressed concern about the level of traffic.
    Οι κάτοικοι του χωριού εξέφρασαν ανησυχία για τον όγκο της κυκλοφορίας.
    παράδειγμα  There is growing concern about the increase in deforestation.
    Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για την αύξηση της αποψίλωσης των δασών.
    παράδειγμα  The cost of the project is a major concern.
    Το κόστος του έργου αποτελεί μεγάλη ανησυχία.
    παράδειγμα  The president’s health was giving serious cause for concern.
    Η υγεία του προέδρου προκαλούσε σοβαρή ανησυχία.
    παράδειγμα  Many concerns weighed him down.
    Τον λύγισαν οι φροντίδες.
    παράδειγμα  He had to resign from his job because of health concerns.
    Αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη δουλειά του για λόγους υγείας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη worry
  2. (μη μετρήσιμο) η έγνοια, η φροντίδα, το ενδιαφέρον, επιθυμία για την προστασία και τη βοήθεια κάποιου ή κάποιου πράγματος
    παράδειγμα  She forgot her own worries in her concern for him.
    Ξέχασε τις δικές της ανησυχίες από την έγνοια της γι’ αυτόν.
    παράδειγμα  She showed great concern for the children.
    Έδειξε μεγάλη φροντίδα για τα παιδιά.
    παράδειγμα  I appreciate everyone’s concern and help at this difficult time.
    Εκτιμώ το ενδιαφέρον και τη βοήθεια όλων αυτή τη δύσκολη περίοδο.
  3. η έγνοια, το μέλημα, κάποιον ή κάτι που είναι σημαντικό για μένα
    παράδειγμα  You are my only concern.
    Εσύ είσαι η μόνη μου έγνοια.
    παράδειγμα  The government's primary concern is to reduce crime.
    Το πρώτιστο μέλημα της κυβέρνησης είναι η μείωση της εγκληματικότητας.
    παράδειγμα  All our main concern should be the preservation of our health.
    Κύριο μέλημα όλων μας πρέπει να είναι η διαφύλαξη της υγείας μας.
  4. (συνήθως ενικός, επίσημο) η υπόθεση, κάτι που αποτελεί ευθύνη μου ή κάτι για το οποίο έχω δικαίωμα να γνωρίζω
    παράδειγμα  This matter is their concern.
    Αυτό το ζήτημα είναι δική τους υπόθεση.
    παράδειγμα  How much money I make is none of your concern.
    Το πόσα χρήματα βγάζω δεν είναι δική σου υπόθεση.
ενεστώτας concern
γ΄ ενικό ενεστώτα concerns
αόριστος concerned
παθητική μετοχή concerned
ενεργητική μετοχή concerning

concern (en)

  1. με ενδιαφέρει, επηρεάζω κάποιον ή κάτι· εμπλέκω κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  It doesn’t concern you to know where I go and what I do.
    Δεν σ' ενδιαφέρει να ξέρεις που πάω και τι κάνω.
    παράδειγμα  We’re concerned only with the facts.
    Μας ενδιαφέρουν μόνο τα γεγονότα.
     συνώνυμα: matter
  2. πρόκειται για κάτι, αφορά
    παράδειγμα  It concerns our future.
    Πρόκειται για το μέλλον μας.
    παράδειγμα  It doesn’t concern a serious issue.
    Δεν πρόκειται για σοβαρή υπόθεση.
    παράδειγμα  It concerned a minor incident.
    Επρόκειτο για ασήμαντο περιστατικό.
    παράδειγμα  This doesn’t concern you.
    Αυτό δε σας αφορά.
    παράδειγμα  All questions concerning national defense…
    Όλα τα θέματα που αφορούν την εθνική άμυνα…
    παράδειγμα  Climate change affects us all.
    Η κλιματική αλλαγή μάς αφορά όλους.
     συνώνυμα: be about
  3. ανησυχώ κάποιον
    παράδειγμα  What concerns me a little is…
    Εκείνο που με ανησυχεί λίγο είναι…
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη worry
  4. με νοιάζει, με ενδιαφέρει, κάτι
    παράδειγμα  The only thing she concerns herself with is her bird.
    Το μόνο που τη νοιάζει είναι το πουλί της.
    παράδειγμα  This is the only thing that he concerns himself with.
    Αυτό είναι το μόνο που τον νοιάζει.
    παράδειγμα  Don’t concern yourself with me.
    Μην ενδιαφέρεσαι για μένα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη care

Συγγενικά

[επεξεργασία]