close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

mod

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mod mods

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mod < Από το modification (τροποποίηση) η modify (Τροποποιώ), moderator (συντονιστής)

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mod (en)

  1. (πληροφορική) το τροπ
  2. συντονιστής σε φόρουμ ή συνομιλία