mod
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| mod | mods |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- mod < Από το modification (τροποποίηση) η modify (Τροποποιώ), moderator (συντονιστής)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mod (en)
- (πληροφορική) το τροπ
- συντονιστής σε φόρουμ ή συνομιλία
