Του Λευτέρη Σιαμπανόπουλου
Η εκφραστική δύναμη της γλώσσας έχει όρια.
Όταν η ζωή, μέσα από ελάχιστους, όπως ήταν ο Κωνσταντίνος Σιαμπανόπουλος
ξεπερνά την ίδια της την ποιότητα, τότε δημιουργείται αμηχανία.
Σ’ αυτή την αμηχανία υποβαλλόμαστε κάθε φορά που είναι να μιλήσουμε γι’ αυτόν.
Και πρέπει να μιλάμε. Και κάθε φορά με διαφορετικό ομιλητή για ν’ αποφεύγεται η ανία του επετειακού λόγου.
Εννιά χρόνια συμπληρώνονται χωρίς το Δάσκαλο.
Με το μνημόσυνο που τελούμε σήμερα εκπληρώνουμε το αυτονόητο χρέος τιμής απέναντί του.
Όμως με το χρέος για συνέχιση του έργου του, τι έχουμε να παραθέσουμε; Στην πρόκλησή του: «Να δούμε εσείς τι θα κάνετε»; τι του απαντάμε;
Από την παράθεση των λίγων και μόνο πτυχών της ζωής και της δημιουργίας του, θα δοθεί και η απάντηση.
Όσοι χρησιμοποιούν την φράση: «ουδείς αναντικατάστατος» σίγουρα δεν γνώρισαν τον Κωνσταντίνο Σιαμπανόπουλο. Στην περίπτωσή του μόνο μια συλλογικότητα θα μπορούσε να περισώσει κάπως την διαδοχή.
Το έργο που κληροδότησε είχε σάρκες πολλές. Και άντεχε στον καιρό χωρίς την παρουσία του. Αλλά οι σάρκες κάποτε τελειώνουν…
Με τρεις ιδιότητες, αλληλένδετες και αλληλοεπιδρούμενες είναι ταυτισμένη η ζωή του. Του Δασκάλου, του Συγγραφέα – Ιστορικού, του Δημιουργού.
Δάσκαλοι κατ’ επάγγελμα υπήρξαν πολλοί. Δάσκαλοι όμως που καταξιώνουν τη διδαχή με επώδυνη πράξη, όπως ο Κώστας, όχι! Γιατί ο Κώστας ταυτίστηκε με το λειτούργημα και κάτι παραπάνω: Διέσωσε το νόημά του, σε μία εποχή που είχε σε μεγάλο βαθμό αναιρεθεί. Γιατί έντιμη φωνή δεν είναι εφικτή, όταν δεν είναι τμήμα μιας έντιμης στάσης. |