close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

faggot

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
faggot faggots

faggot (en) και συντμημένο: fag (en)

  1. (αμερικανικά αγγλικά, χυδαίο, υβριστικό, αργκό) ο πούστης, ο μπινές
    παράδειγμα  Don’t call him a faggot, it’s offensive.
    Μην τον λες μπινέ, είναι προσβλητικό.
  2. το δεμάτι, το δέμα κλαδιών

faggot (en)