bec
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bec | becs |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bec (fr) αρσενικό
- (ζωολογία) το ράμφος
- (μηχανολογία) το μπεκ
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: μπεκ
Πηγές
[επεξεργασία]- bec - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- bec - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
