close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

Mord

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Mord die Morde
γενική des Mords
Mordes
der Morde
δοτική dem Mord
Morde
den Morden
αιτιατική den Mord die Morde

BERJAYA Προφορά

[επεξεργασία]
 

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Mord (de) αρσενικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Mord - Duden online.
  • Mord @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).

Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mord < λείπει η ετυμολογία

BERJAYA Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mord αρσενικό ή θηλυκό

  • Priimki (M-R), Slovenija, letno, Vlada Republike Slovenije Statistični Urad Republike Slovenije (Επώνυμα (M-R), ετήσια, Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας), ανακτήθηκε 31/8/2023, CC BY 4.0



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

BERJAYA Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mord < λείπει η ετυμολογία

BERJAYA Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mord αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023